Περνάει από πάνω μου η βραδιά.
Σα νερό.
Σαν μικρά τραγούδια στη σειρά – αυτά που έχεις πει με φίλους τα βράδια που ήσουν αθάνατος.
Δεν πειράζει που μας πέρασε η αθανασία (έτσι έχει νόημα η στιγμή που γελάς κι αυτή που κλαις).
Περνάει από πάνω μου η βραδιά.
…
Με βρήκα να περπατάω στους δρόμους του Λονδίνου, στους παλιούς σταθμούς, στα περάσματα από τα κακόφημα μαγαζιά.
Στους Αρχαγγέλους που τους πλέκεις μικρές ιστορίες για να ξεχνάνε το οινόπνευμα γιατί έτσι είσαι φτιαγμένη.
Στο νυχτερινό λεωφορείο που προειδοποιείς τα παιδιά μπροστά σου ότι τους καταλαβαίνεις.
Στα καινούρια παπούτσια που είναι ίσια – γιατί οι διαδρομές είναι μεγάλες και η επιστροφή στο σπίτι πάντα λίγο αβέβαιη.
Στους ανθρώπους που γνωρίζεις – μπορεί για μία ώρα, μπορεί για μια ζωή, δεν ξέρεις ποτέ σε αυτή την πόλη.
Ξημερώματα – πραγματικά ξημερώματα – περπάτησα το ένα μίλι μέχρι το σπίτι.
Στον ίδιο ρυθμό με το ελατήριο που έχω μέσα μου.
Η πόλη γύρω μου πήρε ανάσα, στον ίδιο ρυθμό, εισπνοή με το δεξί μου πάτημα, εκπνοή με το αριστερό.
Το ήξερα από την πρώτη στιγμή στο Λονδίνο ότι μια μέρα θα ανασάνει η πόλη γύρω μου όπως ανάσαιναν κάποτε τα Εξάρχεια.
Ήσυχα, αργά και σταθερά.
Σα να ψιθυρίζει η πόλη.
Σα να ξέρει ότι είμαι ένα μικρό αλλά πολύ ευτυχισμένο κομμάτι της.
Exw arxisei na se diavazw tis teleutaies meres kai pragmatika den mporw na 3ekollisw!! O tropos pou perigrafeis ta pragmata einai uperoxos..san na to zoume ki emeis!!!!